
Η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού (attachment theory) έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία χρόνια. Πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε περιγραφές όπως «αγχώδης», «αποφευκτικός» ή «ασφαλής» τύπος προσκόλλησης και αρχίζουν να βλέπουν τις σχέσεις τους με ανάλογο μάτι. Γεννιέται λοιπόν και ένα κρίσιμο ερώτημα: Eάν ο τρόπος που σχετίζομαι διαμορφώθηκε από τόσο νωρίς, μπορεί πραγματικά να αλλάξει; Η σύντομη απάντηση είναι: ναι, μπορεί. Η πιο ειλικρινής όμως απάντηση είναι: μπορεί, αλλά όχι παθητικά και όχι χωρίς προσωπική προσπάθεια.
Ο John Bowlby, ιδρυτής της θεωρίας του συναισθηματικού δεσμού, υποστήριξε ότι από τη βρεφική ηλικία διαμορφώνουμε εσωτερικά «μοντέλα» για το πώς είναι οι σχέσεις. Μέσα από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία με τους βασικούς μας φροντιστές, μαθαίνουμε συνήθως μη λεκτικά, εάν οι άλλοι είναι διαθέσιμοι και αξιόπιστοι, εάν οι ανάγκες μας έχουν σημασία και εάν αξίζουμε φροντίδα και εγγύτητα. Και επειδή αυτά τα ασυνείδητα εσωτερικά μοντέλα δημιουργούνται από πολύ νωρίς, τείνουν να μοιάζουν σταθερά και δύσκολα να μετασχηματιστούν.
Στην ενήλικη ζωή, οι τύποι προσκόλλησης συνήθως περιγράφονται ως εξής:
Ασφαλής προσκόλληση (Secure Attachment): Νιώθω άνετα με την εγγύτητα αλλά και με την αυτονομία. Μπορώ να ζητήσω βοήθεια και να δώσω χώρο.
Ανασφαλής-Αγχώδης/Αμφιθυμικός Δεσμός (Ambivalent/Resistant Attachment): : Φοβάμαι την απόρριψη, χρειάζομαι συνεχή επιβεβαίωση, δυσκολεύομαι να ηρεμήσω μέσα στη σχέση.
Ανασφαλής-Αποφευκτικός Δεσμός (Avoidant Attachment): Δυσκολεύομαι με την εγγύτητα, βασίζομαι κυρίως στον εαυτό μου, απομακρύνομαι όταν τα πράγματα γίνονται συναισθηματικά έντονα.
Αποδιοργανωμένος τύπος (Disorganized Attachment): Θέλω εγγύτητα αλλά ταυτόχρονα τη φοβάμαι. Συχνά σχετίζεται με τραυματικές ή τρομακτικές πρώιμες εμπειρίες.
Από παλαιότερα, υπήρχε η αίσθηση ότι αυτοί οι τύποι «κλειδώνουν» νωρίς και απλώς μας ακολουθούν. Η σύγχρονη έρευνα όμως δίνει πιο σύνθετα και πιο ελπιδοφόρα δεδομένα. Τα τελευταία χρόνια, πολλές διαχρονικές μελέτες δείχνουν ότι το στυλ προσκόλλησης δεν είναι απαραίτητα μόνιμο. Μπορεί να μεταβληθεί μέσα στον χρόνο, ειδικά όταν συμβαίνουν συγκεκριμένοι παράγοντες:
-σταθερές και συναισθηματικά ασφαλείς σχέσεις
-ψυχοθεραπεία με έμφαση στον εαυτό και στη σχέση
-συνειδητή αυτοπαρατήρηση και συναισθηματική επεξεργασία
-νέες εμπειρίες όπου οι αρνητικές προσδοκίες μας για τους άλλους διαψεύδονται θετικά
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται και μαθαίνει. Μαθαίνει μέσα από επαναλαμβανόμενες νέες εμπειρίες, όχι από απλή αναγνώριση και κατανόηση.
Πολλοί άνθρωποι λένε: «Ξέρω τι μου συμβαίνει, αλλά συνεχίζω να αντιδρώ με τον ίδιο τρόπο γιατί έτσι είμαι». Αυτό σημαίνει ότι το στυλ προσκόλλησης λειτουργεί κυρίως σε επίπεδο αυτόματων αντιδράσεων. Όταν ενεργοποιείται ο φόβος εγκατάλειψης ή η ανάγκη για απόσταση, δεν μιλάμε για λογικές σκέψεις. Μιλάμε για το νευρικό σύστημα που προσπαθεί να προστατευτεί με τον τρόπο που έμαθε παλιά. Η αλλαγή, λοιπόν, δεν έρχεται επειδή απλώς το αποφασίσαμε, αλλά επειδή:
-αναγνωρίζουμε τη δυσαρμονία στο σχετίζεσθαι
-αντέχουμε λιγότερο τη δυσφορία
-έχουμε ανάγκη για πιο ουσιαστικές σχέσεις
-μένουμε παρόντες σε σχέσεις που δεν επιβεβαιώνουν τους παλιούς φόβους
-μαθαίνουμε να ρυθμίζουμε το συναίσθημα με εσωτερική δουλειά αντί να το εκτονώνουμε νοσηρά ή να το αποφεύγουμε
Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί άνθρωποι μετακινούνται σταδιακά προς έναν πιο ασφαλή τρόπο σύνδεσης. Όχι τέλειο, όχι μόνιμα ή χωρίς υποτροπές, αλλά λειτουργικά πιο ασφαλή.Αυτό όμως δεν συμβαίνει επειδή κάποιος «βρήκε τον σωστό άνθρωπο» και θεραπεύτηκε μαγικά. Συμβαίνει όταν το άτομο:
-αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην ψυχική του δουλειά
-παρατηρεί τα μοτίβα του χωρίς να τα δικαιολογεί ή να τα δαιμονοποιεί
-αποδέχεται ότι η ασφάλεια στις σχέσεις είναι δεξιότητα που καλλιεργείται
Συμπερασματικά, τα στυλ προσκόλλησης δεν θα έπρεπε να είναι ταμπέλες και ούτε ισόβια καταδίκη. Είναι μία αφετηρία, όχι το τέλος της διαδρομής. Οι πρόσφατες μελέτες συγκλίνουν στο εξής: η αλλαγή είναι εφικτή όταν υπάρχει πρόθεση, συνέπεια και ενεργή συμμετοχή. Όχι όταν περιμένουμε οι σχέσεις ή οι άλλοι άνθρωποι να μας «διορθώσουν» ή να μας «σώσουν». Η ψυχική ανάπτυξη δεν λειτουργεί με έτοιμες λύσεις. Λειτουργεί με επανάληψη, επίγνωση και ανθεκτικότητα στη ματαίωση. Και αυτό, όσο δύσκολο κι αν ακούγεται, είναι στην πραγματικότητα ένα ρεαλιστικό και βαθιά ενδυναμωτικό μήνυμα. Γιατί σημαίνει ότι δεν είμαστε παγιδευμένοι στο παρελθόν μας, αλλά ούτε και απαλλαγμένοι από την ευθύνη του παρόντος.
Δέσποινα Γάσπαρη
Ψυχολόγος